25.5.06

Το τραινάκι και το κουρκουμπίνι..



Ένα μικρό κουρκουμπίνι καθότανε και έπλεκε ζιπουνάκια όταν το πήρε ο ύπνος και το πέταξε πάνω σ’ένα σύννεφο πλουπλουλένιο και αφλάτο, το οποίο όμως γέμισε μέλια και δε του άρεσε. Έτσι κάνει μια απότομη στροφή και ρίχνει το κουρκουμπίνι πάνω σ’έναν ευκάλυπτο που κάτω του περνούσε ένα τραίνο που έκανε τσαφ-τσούφ-τσαφ-τσούφ… και από κλαδί σε κλαδί το ανεμοδαρμένο κουρκουμπίνι πάει και πέφτει τελικά πάνω στο τραινάκι το οποίο πήγαινε μακριά.. πολύ μακριά.
Τόσο μακριά που δε φαινότανε!
Στο μακριά που δε φαινότανε είχε ένα όμορφο ουρανό γαλαζουλί σα φραουλίτσα με παχιά συννεφάκια που στάζανε μέλι και τεράστιες ροδιές, πανύψηλες, φυτεμένες δίπλα στα βαζάκια με τους κάκτους.
Ήταν ήσυχα εκεί, ούτε η Βίσση ακουγόταν, ούτε F16, ούτε πόρτες που κλείνανε με δύναμη και μένανε κλειστές.
Ούτε αέρας φύσαγε για να καθαρίσει τον ουρανό γιατί ήταν καθαρός, μόνο ένα απαλό αεράκι ίσα ίσα να χαϊδεύει και να γαργαλάει. Το αεράκι παρέα με το κουρκουμπίνι συνέχισαν να ταξιδεύουν πάνω στο τραινάκι μέχρι που είδαν μια μεγάλη κολώνα να πλησιάζει. Όχι, δεν ήταν κολώνα, ήταν ο λαιμός της καμηλοπάρδαλης που ξεφύτρωνε ανάμεσα στις ροδιές και τα σύννεφα και που μεγάλωνε ανησυχητικά καθώς το τραινάκι πλησίαζε, το οποίο είχε κόκκινες, κατακόκκινες μεγάλες ρόδες παρατήρησε το κουρκουμπίνι. Κόκκινες και μεγάλες σα ρόδια. Είχαν και ένα κοτσανάκι στη μέση και κάθε λίγο και λιγάκι διάφανα, κόκκινα μικρά σποράκια πεταγόντουσαν δεξιά και αριστερά. Και εκεί που πεταγόντουσαν, φύτρωνε και μια ροδιά.
Το τραινάκι με τις ρόδες από ρόδια έφτασε τη καμηλοπάρδαλη η οποία γύρισε να το κοιτάξει και να του κλείσει πονηρά το μάτι και αυτό συνέχισε να ανεβαίνει στο λαιμό τις, ανάμεσα στη μικρή της χαίτη και να εκσφενδονίζεται ψηλά στα παχουλά συννεφάκια που στάζανε μέλι. Αλλά το κουρκουμπινάκι από τη χαρά του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε, αυτή τη φορά σε ένα άλλο σύννεφο πλουπλουλένιο και αφλάτο, το οποίο όμως γέμισε μέλια και δε του άρεσε. Έτσι κάνει μια απότομη στροφή και ρίχνει το κουρκουμπίνι πάνω σ’έναν ευκάλυπτο που κάτω του περνούσε ένα τραίνο που έκανε τσαφ-τσούφ-τσαφ-τσούφ…

(Ευχαριστώ για το τραινάκι, με ταξιδεύει!)